Ευαγγελική Βαπτιστική Εκκλησία

To Eυαγγέλιο είναι μήνυμα σωτηρίας. Είναι τα καλά νέα ότι ο Θεός, με τη θυσία του Χριστού στο Σταυρό, τακτοποίησε την εκκρεμότητα της αμαρτίας για κάθε άνθρωπο. Και τώρα, όποιος θέλει να σωθεί από την αμαρτία και τις αιώνιες συνέπειές της, μπορεί δεχόμενος με πίστη τον Χριστό ως ατομικό του Σωτήρα. Το Ευαγγέλιο δεν λέει τι εμείς πρέπει να κάνουμε για τον Θεό, αλλά τι ο Θεός έκανε για μας.

 

"Ο Θεός είναι Πνεύμα, και οι προσκυνούντες αυτόν εν πνεύματι και αληθεία πρέπει να προσκυνώσι."

Ιωαν. δ'24

 

Ομολογίες - Ομολογία Αδ. Μάρκου Μπούσιου

 

Προσωπική μαρτυρία Μάρκου Μπούσιου

Γεννήθηκα σε χριστιανική οικογένεια. Από μικρό παιδί διδάχτηκα τον λόγο του Θεού, και ήξερα τον τρόπο της σωτηρίας. Μέναμε σ΄ένα χωριό στην Ήπειρο, τα Κάτω Ραβένια. Άλλοι πιστοί σαν εμάς δεν υπήρχαν, και υποφέραμε πάρα πολύ από τις κοροϊδίες και την περιφρόνηση των συγχωριανών. Σαν παιδί πολλές φορές διερωτιόμουν γιατί να μη είμαστε κι εμείς όπως όλοι οι άλλοι άνθρωποι, γιατί να είμαστε διαφορετικοί. Ρωτούσα την πιστή μητέρα μου -και το πιστή εδώ σημαίνει αναγεννημένη και αφιερωμένη στον Κύριο- και εκείνη μου απαντούσε πως υπήρχαν κι άλλοι αδελφοί μας, αλλά σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας και ανέφερε κάποιες απ΄αυτές. Θα μας αξιώσει, παιδί μου, ο Θεός, μου έλεγε, να βρεθούμε κι εμείς σε κάποια συνάθροιση. Εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ δύσκολα. Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος είχε τελειώσει και η πατρίδα μας βρισκόταν κάτω από τριπλή κατοχή. Και ήταν στο αποκορύφωμα της πείνας, όταν ο πατέρας μου αρρώστησε και έφυγε από τον μάταιο τούτο κόσμο, αφήνοντας πίσω μια χήρα μάνα με εφτά ανήλικα παιδιά. Το μόνο αγόρι της οικογένειας ήμουν εγώ, και ήμουν έκτος στη σειρά. Η αμέσως μετά από μένα αδελφούλα μου, η Μάρθα, έφυγε και πήγε στον Κύριο, τις πιο δύσκολες ημέρες του πολέμου, ενώ ακόμα ζούσε ο πατέρας. Έτσι τώρα, αυτή η μάνα, ήταν και πατέρας αλλά και ποιμένας πνευματικός των αρνιών που της εμπιστεύτηκε ο Κύριος. Τις Κυριακές μας μάζευε, τις πρωινές ώρες, που ήξερε πως μαζεύονταν για λατρεία οι πιστοί εκεί που υπήρχαν, μας διάβαζε από μια κόκκινη Καινή Διαθήκη, μας πρότρεπε, και όλοι μαζί ψάλλαμε κάποιους ύμνους, όπως μας τους είχε μάθει η μητέρα, και κάναμε και προσευχή. Αυτή ήταν η λατρεία μας, την οποία τότε, σαν παιδί όχι μόνο δεν εκτιμούσα, αλλά και, ακούγοντας τ΄άλλα παιδιά του χωριού έξω να παίζουν, ο νούς μου ήταν εκεί, και τα ζήλευα που είχαν διαφορετικές μανάδες. Πάντα μέσα μου, όμως, είχα τον φόβο του Θεού. Φοβόμουν, και πολύ δικιολογημένα, πάρα πολύ την κόλαση και ήξερα ότι έπρεπε να δώσω το συντομότερο την καρδιά μου στον Χριστό γιά να σωθώ, ώστε αντί να πάω στην κόλαση, να πάω στον ουρανό. Η μητέρα μας μιλούσε και για την Αρπαγή. Αχ, αυτή η ευλογημένη αλήθεια! Πόσο μιλούσε στην παιδική μου ψυχή! Μου είχε κάνει τόση εντύπωση, που η σκέψη πώς μπορούσε οποιαδήποτε στιγμή να συμβεί κι εγώ να μείνω έξω και κάτω με κατατρόμαζε. Ξυπνούσα πολλές φορές τη νύχτα και με λαχτάρα πήγαινα στο κρεββάτι της μητέρας να δώ άν ήταν εκεί, αν δεν είχε γίνει η Αρπαγή και είχε φύγει, κι όταν βεβαιωνόμουν πως τίποτε δεν είχε αλλάξει, γύριζα στο κρεββάτι μου και συνέχιζα τον ύπνο. Σε λεπτομέρειες δεν θεωρώ σκόπιμο να μπώ τώρα, υπάρχουν όμως στιγμιότυπα και γεγονότα με εντελώς ιδιαίτερη σημασία, γιατί δείχνουν την πρόνοια του Θεού για τους δικούς Του, στα οποία οπωσδήποτε, κατά διαστήματα, θα αναφέρομαι. Εδώ θα πρέπει να΄ρθώ στο κύριο σημείο. Ο Σατανάς μού έστησε τρείς πολύ ύπουλες και επικίνδυνες παγίδες, στις οποίες, αν πιανόμουν, θα είχα για πάντα χαθεί. Αλλά δόξα στο όνομα του Κυρίου, οι προσευχές της μητέρας μου, και αργότερα, όταν είχαμε πια μετακομίσει στα Γιάννενα και συναθροιζόμασταν στην εκεί Ευαγγελική Εκκλησία, με χαρά που δεν περιγράφεται, και άλλων αδελφών οι προσευχές, βοήθησαν ώστε να ξεφύγω αυτές τις παγίδες και στην κατάλληλη ώρα να σωθώ! Δόξα στο όνομα του Κυρίου.Η πρώτη παγίδα ήταν ότι, ως παιδί χριστιανικής οικογένειας, με τον σεβασμό και τον φόβο του Θεού ενσταλαγμένο μέσα μου, δεν έκανα, φυσικά, ό,τι και όσα έκαναν τ΄άλλα παιδιά. Ποτέ δεν είπα άσχημα λόγια, "βρομόλογα", όπως λέγαμε τότε, ποτέ δεν έβρισα κανέναν και ποτέ δεν τσακώθηκα με κανένα άλλο παιδί. Ο σεβασμός μου στη μητέρα, αλλά και ο φόβος της, ήταν μεγάλος. Άσχημα δεν της μίλησα ποτέ, ακόμη και όταν μεγάλωσα. Όλα αυτά τα εκμεταλλεύτηκε ο εχθρός της ψυχής μου και μου έλεγε συνεχώς: "Είσαι ανόητος που φοβάσαι την κόλαση. Τόσο καλό παιδί εσύ, για την κόλαση είσαι; Τί έκανες; Μπροστά στ΄άλλα παιδιά είσαι άγγελος. Η κόλαση είναι για τους κακούς. Παύσε να τη σκέφτεσαι, και προπαντός να τη φοβάσαι". Το επιχείρημα αυτό έπιανε και με καθησύχαζε για ένα διάστημα στα παιδικά μου κυρίως χρόνια. Όσο όμως μεγάλωνα τόσο περισσότερο συναισθανόμουν την αμαρτωλότητά μου και αγωνιούσα για τη σωτηρία μου. Μεγάλο λάθος κάνουν όσοι νομίζουν πως ο διάβολος επιτίθεται σ΄όλους και πάντοτε με τους ίδιους τρόπους. Είναι τόσο πονηρός και διαθέτει τεράστια πείρα. Στη φαρέτρα του έχει βέλη πεπυρωμένα γιά κάθε άνθρωπο και για κάθε περίπτωση ειδικά. Η δεύτερη παγίδα ήταν: "Εσύ, αμαρτωλός, εσύ για την κόλαση, με τόσα εδάφια που ξέρεις απ΄έξω και ολόκληρα κεφάλαια ακόμη. Εσύ που γνωρίζεις τόσο καλά την αλήθεια, άλλωστε, δεν είπε ο Χριστός 'θέλετε γνωρίσει την αλήθειαν, και η αλήθεια θέλει σας ελευθερώσει;' Αυτό είναι, είπα, έχω ελευθερωθεί από την αμαρτία και τις όποιες συνέπειές της, με τή γνώση της αλήθειας. Άρα είμαι σωσμένος. Δόξα τω Θεώ κανένας φόβος για κόλαση από δω και πέρα. Ο Σατανάς, βλέπετε, προκειμένου να πλανήσει κάποια ψυχή και να την κρατήσει μακρυά από τον Σωτήρα Χριστό, το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να προσπαθήσει να την πείσει πως δεν είναι αμαρτωλή. Ο Σατανάς δεν αρνείται την αλήθεια, αλλά τη νοθεύει και τη διαστρέφει. Ό,τι μου έλεγε ήταν αλήθεια, αλλά δεν ήταν η αλήθεια. Η τρίτη παγίδα ήταν η γνωστή των έργων. "Θα μεγαλώσεις, μούλεγε, θα κάνεις καλά έργα και θα γίνεις ακόμη και κήρυκας του Ευαγγελίου--από μικρό παιδί το ήξερα αυτό, γιατί η μητέρα μου είχε πεί πως με είχε ζητήσει από τον Θεό όπως η Άννα είχε ζητήσει τον Σαμουήλ. Ύστερα από πέντε κορίτσια προσευχήθηκε με θέρμη στον Κύριο, λέγοντας 'Κύριε, δός μου ένα αγόρι και θα το αφιερώσω σε σένα να γίνει εργάτης του ευαγγελίου-. Αυτό δεν ξεκολλούσε από την ψυχή μου. Μου έλεγε ο διάβολος, "θα κηρύττεις το ευαγγέλιο, θα πιστεύουν ψυχές στον Χριστό, τι άλλο θέλεις, αν το κάνεις αυτό γίνεται να μη σωθείς;" Πέρασαν έτσι τα παιδικά μου χρόνια. Οι λύσεις του εχθρού βαθιά την ψυχή μου την άφηναν ανικανοποίητη. Η αγωνία μου όλο και μεγάλωνε, και η ανάγκη να σωθώ από την αιώνια κόλαση σαν φωτιά δυνατή βασάνιζε τη συνείδησή μου. Τα κηρύγματα που άκουγα στην εκκλησία στα Γιάννενα, ήταν μάλλον για πιστούς, οικοδομητικά. Εγώ είχα ανάγκη από κηρύγματα σωτηριακά. Και αυτά, δυστυχώς, σε πολλές Ευαγγελικές Εκκλησίες δεν κρίνονται απαραίτητα γιατί προϋποτίθεται γνωστό το ευαγγέλιο. Όμως δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα. Και κήρυγμα χωρίς ευαγγελισμό δεν πρέπει και δεν μπορεί να υπάρχει. Άλλωστε, στην Καινή Διαθήκη, κήρυγμα ονομάζεται μόνο η εξαγγελία της σωτήριας χάρης του Θεού μέσω του Κυρίου Ιησού Χριστού. Όταν κατεβήκαμε στην Αθήνα, καταγοητεύθηκα από ένα σωρό πράγματα. Η πόλη για μένα τότε ήταν θαυμάσια.Τα κτίριά της, νεοκλασικά, στολισμένα με αγάλματα και τόσα άλλα έργα τέχνης, στολίδια πραγματικά της πόλης, με γέμιζαν από θαυμασμό. Ύστερα ήταν και τα τόσα αρχαία αλλά και νεώτερα μνημεία, τι να πρωτοαναφέρει κανένας! Η Αθήνα ήταν και είναι γεμάτη από αριστουργήματα τέχνης, με κάποια κενά, όλων των εποχών. Ήταν το έτος 1947. Με νοσταλγία αναπολούμε εκείνη την Αθήνα που θυσιάστηκε, δυστυχώς, στο βωμό του μαμωνά. Όλα αυτά όμως δεν μπόρεσαν να σβήσουν τη νοσταλγία για τα Γιάννενα που βασάνιζε την ψυχή μου. Εκεί πρωτογνώρισα "συνάθροιση", ανθρώπους της ίδιας πίστης, με αγάπη, πολλή αγάπη. Τους έβλεπα όλους σαν αγγέλους. Πνευματικά βοηθήθηκα πολύ. Δύο-τρία παιδιά της ηλικίας μου υπήρχαν και μ΄αυτά έκανα πολύ καλή παρέα, όπως, φυσικά, και με άλλα του σχολείου και της γειτονιάς. Υπήρχε ανθρωπιά τότε, όλα ήταν τόσο πιο όμορφα! Tι να πρωτοθυμηθώ! Αλλάζοντας λίγο τα λόγια του ποιητή, θα έλεγα "ήμουν σαν ένας αδερφός με τ'άλλα του σχολειού παιδιά". Σίγουρα θα συμφωνήσετε μαζί μου, ότι τα Γιάννενα είναι σήμερα μια εντελώς διαφορετική πόλη, αναπτυγμένη σε όλους τους τομείς. Με την απαράμιλλη ομορφιά της λίμνης Παμβώτιδας, και όχι μόνο, δεν έχει να ζηλέψει τίποτε, όχι από άλλες ελληνικές πολεις μόνο, αλλά και από πολλές απ΄αυτές του εξωτερικού, που φημίζονται και ιδιαίτερα διαφημίζονται.. Η λίμνη των Ιωαννίνων, γιατί ως Παμβώτιδα φοβάμαι πως λίγοι την ξέρουν, εκείνη την εποχή έτρεφε όλη την πόλη με τα ψάρια της. Έβριθε απ΄αυτά. Κυπρίνια, γλίνια, μαρίτσια κ.ά., έτσι τα λέγαμε εμείς τότε. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η πόλη δεν είχε κι άλλους σημαντικούς πόρους. Ήταν μια πόλη που έσφιξε από ζωή. Μαγαζιά παντού, μικροεργοστάσια, υπαίθριες αγορές, παζάρια, άνθρωποι όλων των κατηγοριών έρχονταν από τα χωριά τους για να πουλήσουν τα προϊόντα τους και ν΄αγοράσουν επίσης ό,τι τους χρειαζόταν. Θόρυβος, πολύς θόρυβος παντού. Τόσο διαφορετικά όλα από την ησυχία του χωριού που ήξερα, την οποία διέκοπτε μόνο πού και πού το λάλημα κάποιου πετεινού ή το βέλασμα κάποιου προβάτου ή το γαύγισμα κάποιου σκύλου. Τώρα, αυτά νοσταλγούμε, όλοι οι μεγάλοι, στο χωριό επιθυμούμε να γυρίσουμε, και όσοι μπορούν το κάνουν. Όμως για ένα παιδί, γεμάτο ζωή, όπως ήμουν εγώ τότε -παρά την πείνα της κατοχής, και τη στέρηση της κατοπινής μετακατοχικής εποχής- τα Γιάννενα ήταν μία υπέροχη εμπειρία. Θυμάμαι που, μαζί με άλλα παιδιά, πιάναμε πολλά ψάρια και με μεγάλη ευκολία, κάθε μέρα το καλοκαίρι, μιας και δεν είχαμε σχολείο, και επίσης θυμάμαι ότι τα νερά της λίμνης ήταν τόσο καθαρά που καθώς κολυμπούσαμε λίγο στα βαθιά μπορούσαμε και να πίνουμε! Αυτό κι αν ήταν! Αλλά ας γυρίσουμε στην Αθήνα. Ανάφερα πιο πάνω πόσο εντυπωσιάστηκα από την ωραία μας τότε Αθήνα. Τώρα όμως έρχομαι στις εκκλησίες. Και το πλήθος και οι ποικιλία και ιδιαίτερα κάποιοι κήρυκες και κάποια κηρύγματα με ανέβαζαν στον ουρανό. Η αλήθεια είναι πως εδώ άκουσα κηρύγματα σωτηριακά. Άρχισα να ξυπνάω και να συνειδητοποιώ ότι ήμουν αμαρτωλός και είχα ανάγκη από τη σωτηρία του Χριστού. Ένα κήρυγμα σε μια συνοικιακή εκκλησία, Κυριακή βράδυ, μούδωσε τη χαριστική βολή. Το θέμα ήταν τα λόγια που είπε ο Ηλίας προς τον αποστάτη λαό Ισραήλ πάνω στον Κάρμηλον όταν έδινε τη μάχη με τους προφήτες του Βάαλ: "Έως πότε χωλαίνετε μεταξύ δύο φρονημάτων; εάν ο Κύριος είναι Θεός, ακολουθείτε αυτόν' αλλ΄εάν ο Βάαλ, ακολουθείτε τούτον." (Α΄ Βασ. ιη΄21). Παρόλο που η δική μου κατάσταση δεν ήταν ακριβώς αυτή, δεν χώλαινα μεταξύ δύο ή περισσότερων φρονημάτων, ωστόσο οι εκκλήσεις του Κήρυκα για απόφαση με άγγιξαν και φεύγοντας έλεγα μέσα μου: "Αυτό ήταν ακριβώς για μένα, δεν πάει άλλο, πρέπει να αποφασίσω, πρέπει να σωθώ.Πήγαινα στο γυμνάσιο, το ενιαίο γυμνάσιο των έξη τάξεων, που άρχιζε με την τρίτη και τελείωνε με την ογδόη, όπως θυμόμαστε όλοι οι παλαιότεροι. Πρέπει να ήμουν στην προτελευταία, δηλαδή την εβδόμη τάξη. Ήταν μέρες του Πάσχα, από το σχολείο είχαμε διακοπές. Μεγάλη Παρασκευή, οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα όπως πάντα την ημέρα αυτή. Για ποιό λόγο δεν θυμάμαι, αλλά είχα μείνει μόνος στο σπίτι. Συνήθιζα, όπως κάποια εποχή στη ζωή μας λίγο-πολύ όλοι κάνουμε, να σκιτσάρω, και η προτίμησή μου ήταν τα καράβια. Είχα κάποια μπλοκάκια και τα γέμιζα. Έτσι και τούτη τη φορά, σκάλισα τα χαρτιά μου για να βρω κανένα μπλοκάκι. Η αγάπη του Θεού όμως -και ανατριχιάζω καθώς το θυμάμαι και το αναφέρω- έφερε μπροστά μου ένα φυλλάδιο με τον τίτλο "Εάν αμελήσωμεν". Το πήρα στα χέρια μου και έρχισα να το διαβάζω με ζωηρό ένδιαφέρον. Είχε κυρίως δυο παραδείγματα. Το ένα έλεγε για ένα βοσκό που ενώ έβοσκε σε μια βουνοπλαγιά τα πρόβατά του, παρατήρησε, σε κάποια απόσταση, ένα άνδρα ξαπλωμένο μπρούμυτα στο έδαφος. Του κίνησε το ενδιαφέρον αλλά και την περιέργεια και κατευθύνθηκε προς τα κει. Βλέπει ένα κοστουμαρισμένο κύριο με το πρόσωπο στραμμένο στη γη να παρατηρεί μ΄ένα μεγεθυντικό φακό στο χέρι ένα αγριολούλουδο απ΄αυτά που αφθονούσαν τόσο στο μέρος εκείνο, που έδιναν το χρώμα τους στο τοπίο. "Με συγχωρείτε", ρώτησε με δισταγμό ο βοσκός, "τί κάνετε έτσι ξαπλωμένος εδώ, τί παρατηρείτε;" Και τότε ο κύριος εκείνος, που ήταν φυσιοδίφης, του λέει, "σκύψε και κοίτα". Και ο βοσκός έσκυψε, είδε, και άρχισε να σκουπίζει τα δάκρυά του! "Τι συμβαίνει, γιατί κλαις;", τον ρώτησε ο επιστήμονας. "Γιατί", απάντησε εκείνος, "σκέφτηκα πόσα τόσο όμορφα πλάσματα του Θεού καταπατώ κάθε μέρα με τούτα τα αγριοτσάρουχα". Και το φυλλάδιο συνέχιζε μεταφέροντας το παράδειγμα στον τομέα της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό, ρωτώντας: "Αναγνώστα, εσύ πόσες πολύτιμες ευκαιρίες που ο Θεός σου έχει δώσει για να μετανοήσεις και να σωθείς έχεις μέχρι τώρα καταπατήσει; Μήπως μπορεί να μη σου δωθεί καμία άλλη; Μήπως θα πρέπει να σκεφθείς πολύ σοβαρά το ζήτημα και να επικαλεσθείς το όνομα του Χριστού για να σωθείς αυτή τη στιγμή;". Συγκλονίστηκα στ΄αλήθεια. Όμως το φυλλάδιο συνέχιζε μ΄ένα ακόμη παράδειγμα εξίσου δυνατό. "Ένας αϊτός" ,έλεγε, "ήταν πάνω σ΄ένα πτώμα, στον ποταμό Νιαγάρα, με τα νύχια του γερά σ΄αυτό γαντζωμένα και απολάμβανε το γεύμα του". Το ποτάμι όμως έτρεχε, πήγαινε προς τον γνωστό αλλά και τρομερό καταρράχτη. Όταν έφτανε εκεί δεν υπήρχε ελπίδα για τη ζωή του. Έπρεπε να ξεγαντζωθεί από τη λεία του πολύ πρωτήτερα. Όμως ο αϊτός ήταν τόσο κολλημένος στο νόστιμο γεύμα του, που ούτε σκέψη να το αφήσει πριν από την τελευταία στιγμή δεν έκανε.΄"Άλλωστε, τα φτερά του ήταν τόσο δυνατά που θα τον ανέβαζαν αμέσως στα ύψη μόλις θα έβλεπε τον κίνδυνο". Και πράγματι την πιο κρίσιμη στιγμή αυτό πήγε να κάνει, μόνο που παρόλες τις προσπάθειές του, τα νύχια του ήταν τόσο γερά γαντζωμένα στη λεία του που δεν μπόρεσε να τα ξεκολλήσει και να πετάξει, όπως υπολόγιζε, με αποτέλεσμα μαζί με τη λεία του, να παρασυρθεί από τον ορμητικό καταρράχτη! Και το φυλλάδιο κι έδώ συνέχιζε με τα ίδια σχεδόν λόγια όπως και στο προηγούμενο παράδειγμα. "Αναγνώστα, μήπως και συ είσαι δεμένος με κάποια γνωστή αμαρτία, μήπως απολαμβάνεις πράγματα που μισεί ο Θεός, μήπως ενώ ξέρεις πως 'Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις' (Εβρ. θ΄27), εσύ πιστεύεις στο ψέμα του διαβόλου που σου λέει ότι έχεις καιρό γι΄αυτά, και ότι και την τελευταία στιγμή θα μπορέσεις να μετανοήσεις και να σωθείς; Η τελευταία στιγμή, η ευκαιρία η μοναδική που σού δίνει ο Θεός για να σωθείς είναι τούτη, τώρα που διαβάζεις αυτές τις γραμμές. Γονάτισε και επικαλέσου τον Κύριο, αύριο μπορεί να είναι πολύ αργά!"Το Πνεύμα του Θεού μίλησε τόσο έντονα στην καρδιά μου με τα παραδείγματα και τα λόγια αυτά του φυλλαδίου, που έπεσα αμέσως στα γόνατα. Άρχισα να κλαίω, πολύ να κλαίω. Ο έλεγχος για τις αμαρτίες μου ήταν φωτιά, πρόγευση της αιώνιας κόλασης. Τη γνώση της σωτηρίας την είχα, αλλά μου έλειπε η πείρα. Δεν θυμάμαι τι είπα στην προσευχή μου, δεν θυμάμαι πόσο κράτησε εκείνη η προσευχή. Αυτό όμως που από τότε τίποτε και κανένας δεν μπόρεσε να βγάλει από μέσα μου ήταν το τι έννοιωσα. Βέβαια, και το ξέρω και το κηρύττω, πως δεν είναι αυτό που αιστανθήκαμε, αλλά Αυτός στον οποίο πιστέψαμε που έχει σημασία. Υπάρχουν πολλοί αναγεννημένοι χριστιανοί, πραγματικά σωσμένοι, που δεν αιστάνθηκαν αυτό που αιστάνθηκα εγώ, και άλλοι που ούτε θυμούνται πώς έγινε και πότε έγινε. Είναι όμως βέβαιοι ότι έχουν σωθεί γιατί έχουν πιστέψει στον Χριστό και έχει αλλάξει η ζωή τους. Εγώ όμως εκείνη την ώρα πλημύρισα από χαρά ανέκφραστη και ένδοξη. Ο ουρανός ήρθε πραγματκά μέσα μου. Εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα σχεδόν καθόλου. Έψαλλα και προσευχόμουν. Δόξαζα τον Θεό συνεχώς. "Αυτό ήταν", έλεγα, "τώρα πια δεν φοβάμαι την κόλαση, αναγεννήθηκα, είμαι παιδί του Θεού, έχω αιώνια ζωή", και έψαλλα: "Ναι μ΄έσωσε ο Χριστός, με έκανε ευτυχή, ευλογημένη η στιγμή, δόξα στον Λυτρωτή". Γιά κάμποσες ημέρες δεν ζούσα στη γη. Ήταν όντως τόσο έντονη η επίσκεψη του Αγίου Πνεύματος μέσα μου, μόλις γονάτισα και προσευχήθηκα, που διερωτιόμουν αν ήταν αλήθεια ό,τι μου συνέβαινε. Δόξα τω Θεώ ήταν αλήθεια που διαρκεί αρκετές δεκαετίες τώρα και θα διαρκεί αιώνια. Έγινα παιδί του Θεού. Άλλαξαν πολλά στη ζωή μου. Και άλλαξαν όχι από έξω προς τα μέσα, αλλά αντίστροφα από μέσα προς τα έξω. Πολλά πράγματα που αγαπούσα πολύ και έλεγα πως δεν τα μπορούσα ποτέ να κάνω χωρίς αυτά, όταν αναγεννήθηκα, γιατί περί αυτού πρόκειται, όχι μόνο τα άφησα, αλλά και η σκέψη τους ακόμη μου προκαλούσε αποστροφή. Αυτή η εσωτερική αλλαγή ήταν για μένα η πιο δυνατή απόδειξη του ότι είχα σωθεί, είχα περάσει από τον θάνατο στη ζωή. Τώρα πια δεν ρωτούσα αν κάτι επιτρεπόταν ως χριστιανός να το κάνω, αλλά μήπως κάτι που έκανα δεν έπρεπε να το κάνω, αφού είχα γίνει παιδί του Θεού, αληθινός χριστιανός. Λίγη σκέψη δείχνει την τεράστια διαφορά. Ο Χριστιανός φαίνεται όχι από το τι κάνει ή δεν κάνει, αλλά από την εσωτερική στάση που έχει στην καρδιά του απέναντι στο θέλημα του Θεού. Από το πώς αντιμετωπίζει την αμαρτία και πόσο ενδιαφέρεται για ό,τι παραγγέλλει ο Κύριος. Από τη στιγμή που αναγεννήθηκα, η οποιαδήποτε αμαρτία δεν με φόβιζε τόσο για τις συνέπειές της, όσο με λυπούσε "κατά Θεόν" και με οδηγούσε σε ειλικρινή μετάνοια. Η αγάπη του Θεού με είχε σκλαβώσει. Ο Χριστός είχε γίνει ο Κύριος της ζωής μου. Είναι ανάγκη να τονιστεί εδώ, πως όποια κι αν είναι η εμπειρία, και αυτή διαφέρει από άτομο σε άτομο, δεν είναι κατά κανένα τρόπο αυτή που σώζει τον αμαρτωλό. Στην Καινή Διαθήκη δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να τονίζεται ως μέσο σωτηρίας εκτός από την πίστη στον Χριστό. Κατά κανόνα η πίστη "είναι εξ ακοής, η δε ακοή δια του λόγου του Θεού". Οπωσδήποτε θα υπάρξει κάποια μαρτυρία, κάποιο κήρυγμα, ολόκληρη προετοιμασία με παρακολούθηση συναθροίσεων και επαφή με τον λόγο του Θεού, και πολλές φορές με την ανάγνωση της Αγίας Γραφής ή κάποιου εντύπου που περιέχει το μήνυμα της σωτηρίας, όπως το φυλλάδιο στο οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω, αλλά όλα αυτά δεν είναι παρά τα μέσα που χρησιμοποιεί η χάρη του Θεού προκειμένου να δείξει στον αμαρτωλό την κατάστασή του και την ανάγκη του να πιστέψει στον Χριστό για να σωθεί: "Κύριοι, τί με δει ποιείν ίνα σωθώ; Οι δε είπον' πίστευσον επί τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, και σωθήση" (Πρ. ις΄31). Εύχομαι μέσα από την καρδιά μου και συ που τώρα διαβάζεις τούτα τα λόγια και δεν έχεις σωθεί να επικαλεσθείς τον Κύριο Ιησού Χριστό, να πιστέψεις με την καρδιά σου σ΄Αυτόν, και ό,τι έγινε σε μένα θα γίνει και σε σένα. Θα αναγεννηθείς από το Άγιο Πνεύμα και ως παιδί του Θεού μπροστά σου θα έχεις τον ουρανό και τη δόξα του στην παρουσία του Θεού.

Καλωσορίσατε στην ιστοσελίδα της Ευαγγελικής Βαπτιστικής Εκκλησίας. Εδώ μπορείτε να βρείτε πληροφορίες που αφορούν την Εκκλησία, καθώς και ηχογραφημένα κηρύγματα από τον λόγο του Θεού, χριστιανικούς ύμνους, υλικό από τις δραστηριότητες της Εκκλησίας, κ.α.

 

 

"Έλθετε τώρα, και ας διαδικασθώμεν, λέγει Κύριος εάν αι αμαρτίαι σας ήναι ως το πορφυρούν, θέλουσι γείνει λευκαί ως χιών εάν ήναι ερυθραί ως κόκκινον, θέλουσι γείνει ως λευκόν μαλλίον."

Ησαϊας α' 18

 


Ευαγγελική Βαπτιστική Εκκλησία - Καποδιστρίου 42 - Αθήνα